θεόκριτος

(Συρακούσες 305; π.Χ. – Κως 260;). Ποιητής. Έζησε για μεγάλο χρονικό διάστημα στην Κω και αργότερα πήγε στην Αλεξάνδρεια, όπου γνωρίστηκε με τους σημαντικότερους ανθρώπους των γραμμάτων της εποχής του. Εκτός από ένα αλληγορικό ποίημά του και 24 επιγράμματα, είναι επίσης γνωστά 30 ειδύλλια (σκίτσα με αγροτικό περιεχόμενο, με πραγματικούς ποιμένες ή ανθρώπους της πόλης με βουκολική μεταμφίεση), πολλά από τα οποία προκάλεσαν συζητήσεις ως προς την πατρότητά τους και εσφαλμένα αποδόθηκαν στον Θ. Όποια κι αν είναι η καταγωγή του ειδυλλίου, ο Θ. έδωσε στη βουκολική ποίηση νέα συναισθηματική πνοή και νέα εκφραστικά μέσα. Μερικά από τα ποιήματά του είναι πραγματικοί και γνήσιοι μίμοι, αγροτικοί ή αστικοί, άλλα έχουν χαρακτήρα εγκωμιαστικό και κολακευτικό, άλλα είναι μικρές επικές συνθέσεις (επύλλια), μυθολογικού χαρακτήρα (Διόσκουροι, Ηρακλίσκος και το ωραιότερο Ύλας, εμπνευσμένο από το μύθο του νεαρού Ύλα που βυθίζεται στη δίνη μιας πηγής και αναρπάζεται από τις νύμφες). Η γλώσσα του Θ. είναι η λόγια δωρική διάλεκτος ανάμεικτη με σικελικά, καθώς και με επικο-ιωνικά και αιολικά γλωσσικά στοιχεία. Το εξάμετρό του είναι ηχητικά πλούσιο. Ο Θ. δεν είναι απαλλαγμένος από τις λεπτολόγες εκείνες εκφραστικές αναζητήσεις της σύγχρονής του ελληνιστικής ποίησης. Η ένταξή του στο φιλολογικό κλίμα της εποχής διαφαίνεται ξεκάθαρα στο ειδύλλιό του Θαλύσια, θεμελιωμένο στο πρώτο μέρος του σε μια ποιητική πολεμική αρκετά διαφανή κάτω από τον πέπλο της αλληγορίας και των μεταφορών. Αριστούργημα του μιμικού είδους είναι Αι ΣυρακούσιαιΑδωνιάζουσαι, όπου δύο φίλες πηγαίνουν στο βασιλικό ανάκτορο της Αλεξάνδρειας για να παρακολουθήσουν τις εορτές του Άδωνη. Μέσα από μια σειρά σκηνές, οι δύο πρωταγωνίστριες θίγουν με εντυπωσιακή αληθοφάνεια όλα τα αιώνια θέματα του γυναικείου φύλου. Στα αμοιβαία ή εναλλασσόμενα άσματα των εργαζομένων και των βοσκών, οι ρεαλιστικές νότες περιπλέκονται με τις φιλολογικές παρεκβάσεις, η λεπτότητα του τόνου εναλλάσσεται με την οξύτητα των προκλήσεων, η άδολη ειλικρίνεια με την πονηρία και τη στρεψοδικία. Χαριτωμένες είναι οι νυκτωδίες και οι ερωτικοί διαξιφισμοί, όπου και η γλώσσα επίσης αλλάζει περνώντας από την υπερβολική λυρική λεπτότητα στην ωμή βαναυσότητα με πλαίσιο τη φύση, η παρουσία της οποίας γίνεται έντονα αισθητή. Στον Θύρσι, κεντρικός πυρήνας του ειδυλλίου είναι η μορφή του Δάφνη. Ο βουκόλος Θύρσις λέει ένα μελαγχολικό τραγούδι για τον θάνατο του Δάφνη που δεν θέλησε να ενδώσει στον έρωτα εκείνης που τον αγαπούσε και χλεύαζε την Αφροδίτη. Στις Φαρμακεύτριες, η ηρωίδα, παράφορα ερωτευμένη, αφηγείται στη Σελήνη και στα άστρα το δράμα της ερωτικής της απογοήτευσης, εξαιτίας του έρωτά της για έναν ωραίο αθλητή· ιστορεί τα βάσανά της και τις προδοσίες του και ζητά, εκλιπαρώντας τη θεά, συμπαράσταση με μια τελετουργική σειρά εξορκισμών. Ποιητής του έρωτα, πέρα από τις επιτηδευμένες αρχαϊκές απομιμήσεις, και ποιητής της φύσης από τους πιο ευαίσθητους ο Θ. είναι ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές των ελληνιστικών χρόνων.
* * *
θεόκριτος, -ον (AM)
ο εκλεγμένος από τον θεό
αρχ.
(για τον Πάρι) το αρσ. ως ουσ. ό θεόκριτος
ο κριτής τών θεών.
επίρρ...
θεοκρίτως (Μ)
με θεία κρίση.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θεο-* + -κριτος (< κρίνω), πρβλ. α-σύγ-κριτος, ευ-διά-κριτος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Θεόκριτος — judge of gods masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θεόκριτος — judge of gods masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Θεόκριτος — ο κύριο όνομα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • θεοκρίτως — θεόκριτος judge of gods adverbial θεόκριτος judge of gods masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θεόκριτον — θεόκριτος judge of gods masc/fem acc sg θεόκριτος judge of gods neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Θεοκρίτοιο — Θεόκριτος judge of gods masc gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θεοκρίτοιο — θεόκριτος judge of gods masc/fem/neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Θεοκρίτοις — Θεόκριτος judge of gods masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θεοκρίτοις — θεόκριτος judge of gods masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Θεοκρίτου — Θεόκριτος judge of gods masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.